etoloakarnania

menu

 

   
 
Μνημεία
 

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑΣ
Από τους ιστορικούς τόπους της αρχαιότητας, τα ιερά και τις πόλεις της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας, ελάχιστοι έχουν ανασκαφεί συστηματικά. Από τους οικισμούς που υπήρχαν εκτός των τειχών δεν έμειναν ίχνη, και μόνο οι διάσπαρτοι τάφοι τους μαρτυρούν. Οι οχυρωμένες ακροπόλεις είναι από τα πιο αξιοθέατα μνημεία και όχι μόνο του τόπου αυτού. Το αρχαιολογικό ενδιαφέρον συγκέντρωσαν κυρίως τα μεγάλα κοινά ιερά, ο Θέρμος και ο Στράτος, που έγιναν κέντρα, ο πρώτος της Αιτωλικής Συμπολιτείας, ο δεύτερος του Κοινού των Ακαρνάνων. Ανασκάφηκαν επίσης εν μέρει και άλλοι τόποι, γνωστοί από τους μύθους και την ιστορία (Καλυδών, Οινιάδες). Η μεγαλύτερη και παλιότερη ανασκαφή είναι του Θέρμου.

ΘΕΡΜΟ
Προς τα νότια του σημερινού Θέρμου, στα πόδια του Μεγα-λάκκου, ανοικτό προς το πεδίο που κλείνουν από δυτικά χαμηλά αρμονικά υψώματα, δυσπρόσιτο ως «ακρόπολη όλης της Αιτωλίας», βρίσκεται το ιερό του Απόλλωνος και η Αγορά των Αιτωλών. Ο τόπος του Θέρμου ήταν φαίνεται από παλιά, τουλάχιστον από τη γεωμετρική εποχή, τόπος συνάντησης κοινής λατρείας και συναλλαγής των Αιτωλών. Ήταν γι' αυτό φυσικό να γίνει το ιερό του Απόλλωνος ιερό της Συμπολιτείας και να συνδυασθεί με την πολιτική αγορά, όπου τελούνταν κάθε χρόνο επιφανέστατες πανηγύρεις και οι αρχαιρεσίες του Κοινού (συνέδριο ή βουλή, επώνυμος ενιαύσιος στρατηγός, ιππάρχας κλπ.). Όπως και των άλλων οχυρώσεων της Αιτωλίας η χρονολογία κυμαίνεται από τον 4ο έως τα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Ο περίβολος αυτός προστάτευε το στενόμακρο χώρο του ιερού και της Αγοράς στο ανατολικό μέρος και τον ευρύτερο προς δυτικά, όπου προφανώς λάμβαναν χώρα εμπορικές δραστηριότητες.
Η Αγορά και το ιερό αποτελούν ενιαίο ορθογωνισμενο χώρο, μία πλατεία 200 Χ 21 μ., την οποία πλαισιώνουν δύο στοές, ενώ στις στενές πλευρές εξασφάλιζαν μνημειώδη όψη ο ναός του Απόλλωνος προς Βορρά και το Βουλευτήριο προς Νότο. Η διαμόρφωση αυτή μοιάζει περισσότερο με «πλατεία οδό» και προαναγγέλλει τους πλαισιωμένους με στοές δρόμους των ρωμαϊκών πόλεων. Απλή και γραμμική καθώς είναι, παρέχει επίσης αντιπροσωπευτικό δείγμα της χωρορυθμικής αίσθησης του πρώιμου 3ου αι., εποχή που οικοδομήθηκαν τα κτίρια της Αγοράς βάσει ενιαίου προγραμματικού σχεδίου της τότε ανθηρής Αιτωλικής Συμπολιτείας. Και οι δύο στοές, από τις μεγαλύτερες ελληνικές, έχουν το σύνηθες στη Δ. Ελλάδα σχήμα, με τοίχους στα άκρα της πρόσοψης. Μόνο τα κατώτερα μέρη και οι κίονες ήταν λίθινα, τα ανώτερα ήταν κτισμένα με ωμές πλίνθους. Είχαν δύο σειρές δωρικών κιόνων χωρίς δωμάτια στο βάθος. Υπήρχαν όμως και διαφορές μεταξύ τους. Η ανατολική (173 Χ 13,50 μ.) είχε κρηπίδωμα στην πρόσοψη και δύο θύρες στον οπίσθιο τοίχο. Ξανακτίσθηκε μετά την καταστροφή του 218 π.Χ., έγινε βραχύτερη και απέκτησε λίθινο θρανίο κατά μήκος των τοίχων με τραπέζια στις γωνίες. Στις κατασκευές αυτές χρησιμοποιήθηκαν ως υποστηρίγματα οι λίθινες πλάκες των τριγλύφων και των μετοπών της κατεστραμμένης στοάς. Η δυτική (164,40 Χ 13,60 μ.) είχε στυλοβάτη με μία μόνο βαθμίδα και χωριστό δωμάτιο στο βόρειο άκρο. Δεν είναι βέβαιο ότι ξανακτίσθηκε όπως η ανατολική στα τέλη του 3ου αι. π.Χ. Στην πιο καλή ώρα του Θέρμου οι στοές ήταν γεμάτες αναθήματα και χιλιάδες λάφυρα, κυρίως πανοπλίες, και στα βάθρα, στις ημικυκλικές και ορθογώνιες εξέδρες, προ της ανατολικής κυρίως στοάς, έστεκαν τιμητικοί ανδριάντες, όχι λιγότεροι από 2.000, όπως μας παραδίδει ο Πολύβιος, ο οποίος περιγράφει την καταστροφή και τη λεηλασία από το στρατό του Φιλίππου Ε' το 218 π.Χ. Και οι ανασκαφές φέρνουν στο φως συντρίμμια από τους χάλκινους ανδριάντες και τις πανοπλίες εκείνες. Αποκάλυψαν επίσης θραύσματα του τροπαίου που έστησαν οι Αιτωλοί μετά τη νίκη τους κατά των Γαλατών το 279 π.Χ. Μετά την επανοικοδόμηση η ανατολική στοά χρησίμευε, φαίνεται, μόνο για παραμονή επισκεπτών ή και για άλλες λειτουργίες των αρχών της Συμπολιτείας. Στην ανασκαφή βρέθηκε άθικτο το στρώμα της τελικής καταστροφής μετά το 167 π.Χ., κατά τους χρόνους των εσωτερικών συγκρούσεων.
Παράλληλα με το νότιο σκέλος του τείχους εκτείνεται μία άλλη, η νότια στοά, μήκους 185 μ., με προστάσεις κιόνων και στις στενές πλευρές. Δεν έχει ερευνηθεί ακόμη συστηματικά. Μπροστά της θα περνούσε η οδός που οδηγούσε από τη νοτιοδυτική πύλη στην Αγορά. Το Βουλευτήριο, που έκλεινε τη νότια στενή πλευρά της πλατείας, είναι ορθογώνιο κτίριο με πρόπυλο. Δεν έχει επίσης ακόμη ερευνηθεί. Στη βορειοδυτική άκρη της πλατείας βρίσκεται κρήνη άντλησης που κτίσθηκε στα τέλη του 4ου αι. π.Χ., επάνω στην πηγή η οποία αναβλύζει ακόμη. Περιβάλλεται από λιθόστρωτο.
Στο βορειότερο μέρος του χώρου βρίσκεται ο ναός του Απόλλωνος. Κτίσθηκε αρχικώς το 620 π.Χ. περίπου και καταστράφηκε το 218 π.Χ. για να ανοικοδομηθεί αμέσως μετά, εν μέρει με υλικό άλλων κατεστραμμένων κτιρίων, διατηρώντας το αρχικό του σχήμα και τις ίδιες διαστάσεις, 38,20 Χ 12,10 μ. Ήταν περίπτερος με 15 Χ 6 κίονες. Είχε σηκό και οπισθόδομο, αλλά όχι και πρόναο. Μεσαία σειρά δέκα κιόνων στήριζε την ξύλινη στέγη. Οι κίονες ήταν πάντοτε ξύλινοι, εκτός από τον κατώτερο σπόνδυλο, και οι τοίχοι, εκτός της λίθινης βάσης τους, από ωμές πλίνθους. Σημαντική είναι η πήλινη κεράμωση και οι πήλινες ζωγραφιστές πλάκες που έντυναν τα ξύλινα στοιχεία του θριγκού. Στα άκρα της στέγης υπήρχαν υδρορροές με μορφή εναλλάξ ανδρικού και λιονταρίσιου κεφαλιού και ανάμεσα τους ακροκέραμα με γυναικεία πρόσωπα. Οι πήλινες μετόπες με μυθολογικές ζωγραφικές παραστάσεις και θέματα της προολυμπιακής κυρίως θρησκείας (γοργόνειο, Σφίγγα, κυνηγό [Ηρακλή;], Περσέα, Αηδόνα και Χελιδόνα κ.ά.) είναι εξαίρετα έργα τέχνης του τέλους του 7ου αι. π.Χ. Τα πήλινα αρχιτεκτονικά αυτά μέλη αποτελούν ιδιαιτερότητα της δυτικής Ελλάδας (Μουσείο Θέρμου και Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η αργειακή επίδραση που παρατηρείται στα ακροκέραμα και τις υδρορρόες δείχνει τις εξωτερικές σχέσεις των Αιτωλών τα χρόνια εκείνα. Βορειοδυτικά του μεγάλου ναού σώζονται τα ερείπια άλλου μικρότερου και λίγο αρχαιότερου ναού, πιθανώς της Αρτέμιδος, και προς ανατολικά και υψηλότερα, του Απόλλωνος Δυσείου, επίσης του τέλους του 7ου αι. π.Χ., με δύο θύρες εισόδου στο σηκό και πρόσταση κιόνων. Πήλινα αρχιτεκτονικά μέλη προέρχονται και από αυτούς τους ναούς.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας


Το μακρόστενο κτίριο, 21 Χ 7,30 μ., που βρέθηκε κάτω από το ναό (μέγαρο Β) με εσωτερικά δωμάτια, πρέπει πιθανότατα να χρονολογηθεί στα πρωτογεωμετρικά χρόνια (10ος αι. π.Χ.). Ήταν φαίνεται τότε ανάμεσα σε άλλα κτίρια το σημαντικότερο και χρησίμευε ως έδρα του τοπικού άρχοντα, αλλά και της λατρείας πιθανώς Αιτωλού ήρωα. Στο ίδιο κτίριο συνεχίσθηκε κατά τη γεωμετρική εποχή (8ος αι. π.Χ.) η τέλεση λατρείας. Μετά την καταστροφή του η λατρεία πρέπει να γινόταν, για ένα διάστημα και έως ότου κτισθεί ο ναός, σε υπαίθριο βωμό με λιθόστρωτη πλατεία. Αλλά ο Θέρμος έχει οικιστική παράδοση που φθάνει έως τη δεύτερη χιλιετία. Ήδη το 1500 π.Χ. περίπου υπήρχε στο χώρο του ναού του Απόλλωνος οικισμός, του οποίου βρέθηκαν σε βαθύτερα στρώματα τα λείψανα αψιδωτών, ελλειψοειδών και τετράγώνων κτιρίων. Το σημαντικότερο και μεγαλύτερο, το μέγαρο Α, ήταν έδρα και ίσως αργότερα χώρος ταφής του τοπάρχη. Είναι αψιδωτό (22 Χ 6 μ.), έχει προθάλαμο και οπίσθιο δωμάτιο και οι τοίχοι του, από ωμές πλίνθους, ήταν ελαφρούς καμπύλοι και έκλιναν προς τα μέσα. Γι' αυτό και η στέγη πρέπει να ήταν θολωτή από ξύλινο πλέγμα και πηλό. Δύο φορές καταστράφηκε ο οικισμός αυτός* η τελική του καταστροφή μπορεί να τοποθετηθεί κοντά στο 1200 π.Χ. Η μυκηναϊκή επίδραση γίνεται και εδώ φανερή, στενή όμως είναι και η σχέση με το βορειοελλαδικό και το στερεοελλαδικό χώρο, τη Μακεδονία, την Ήπειρο και την κοιλάδα του Σπερχειού. Οι ανασκαφές του Θέρμου, έργο της Αρχαιολογικής Εταιρείας, άρχισαν το 1897 και συνεχίζονται, έπειτα από μακρά διακοπή, και σήμερα.

ΚΑΛΥΔΩΝΑ
Ο ομηρικός κατάλογος των πλοίων που συμμετείχαν στον πόλεμο της Τροίας περιλαμβάνει και την Καλυδώνα και ο μύθος τη συνδέει με τη θήρα του Καλυδωνίου κάπρου. Η λατρεία της Λαφρίας Αρτέμιδος ήταν εδώ πανάρχαια και γινόταν με θυσίες αγριμιών που τα έριχναν ζωντανά στο πυρ. Το ιερό της, ανασκάφηκε από Έλληνες και Δανούς αρχαιολόγους (1925-1938) σε χαμηλό ύψωμα κοντά στο σημερινό Ευηνοχώρι. Ιερά οδός οδηγούσε από τη δυτική πύλη του τείχους στο τέμενος, η οποία το 2ο αι. πλαισιώθηκε εν μέρει από στοές. Περί το 360 π.Χ. διαμορφώθηκε ο χώρος με νέα σχέδια. Στοά με κίονες στα νοτιοανατολικά, βωμός, πρόπυλο και νέος ναός ανήκουν στη φάση αυτή. Ο ναός ήταν τότε περίπτερος (31,63 Χ 14,02 μ.) και ο σηκός του είχε στις στενές πλευρές δύο κίονες ανάμεσα στα άκρα των τοίχων. Το λατρευτικό χρυσελεφάντινο άγαλμα, έργο του Μεναίχμου και Σόιδα από τη Ναύπακτο γύρω στο 460 π.Χ., μεταφέρθηκε επί Αυγούστου στην Πάτρα μαζί με τη λατρεία της θεάς.
Η Καλυδών ακμάζει ιδιαίτερα το 2ο αι. π.Χ. Σε πλούσια οικογένεια του τέλους του αιώνα ανήκει το «Ηρώο της Καλυδώνος» στο νεκροταφείο της πόλης προς ανατολικά τής Ιεράς οδού. Ήταν ταφικό μνημείο (37,50 Χ 34,30 μ.) του αφηρωισμένου Λέοντος. Είχε εσωτερικό περιστύλιο και χώρους νεκρικής λατρείας, σε έναν μάλιστα υπήρχαν στους τοίχους προτομές του Ηρακλέους, του Μελεάγρου, του Διός, της Αφροδίτης και του Έρωτος. Στον υπόγειο ταφικό θάλαμο οι σαρκοφάγοι είχαν μορφή κλίνης με ανάγλυφη διακόσμηση κατά μίμηση χάλκινων και ξύλινων προτύπων (σήμερα κατεστραμμένες από αρχαιοκάπηλους).

ΠΛΕΥΡΩΝ
Η νέα Πλευρών ιδρύθηκε το 234 π.Χ. σε πλαγιά του Αράκυνθου (κάστρο Κυρα-Ρήνης). Έχουν διαπιστωθεί, χωρίς να ανασκαφούν, ο χώρος της Αγοράς με πλακόστρωτη πλατεία, στοά, γυμνάσιο και λουτρό, καθώς και μικρό θέατρο του τέλους του 3ου αι. και μεγάλη δεξαμενή σκαμμένη στο βράχο.
Η παλαιά Πλευρών βρίσκεται στα προς τα υψώματα Πετροβούνι και Γυφτόκαστρο, 1,5 χλμ. από το Μεσολόγγι και είναι από τους αρχαιότερους τόπους της Αιτωλίας, συνδεδεμένη με τους Κουρήτες, τους μυθικούς κατοίκους της περιοχής. Σημειώθηκαν εδώ ευρήματα νεολιθικά, μυκηναϊκά και γεωμετρικά. Σώζονται λείψανα οχύρωσης προϊστορικών χρόνων. Καταστράφηκε τον 3ο αι. π.Χ.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

ΚΑΛΛΙΟΝ
Στην ανατολική Αιτωλία (σημ. νομός Φωκίδος) πρωτεύουσα πόλη ήταν το Κάλλιον, εγκατάσταση του 4ου αι. π.Χ. σε επίκαιρη θέση, που καταστράφηκε από τους Γαλάτες το 279 π.Χ. Οι ανασκαφές έφεραν στο φως ιδιωτικά σπίτια και αρχείο της πόλεως με 600 πήλινα σφραγίσματα δημοσίων εγγράφων. Κοντά στη νοτιοανατολική πύλη του τείχους υπήρχε ναός γυναικείας θεότητας του 4ου αι., κάτω από τον οποίο σώζονται τα ερείπια ναού της γεωμετρικής εποχής και αρχαϊκός βωμός, τον οποίο προστάτευε στέγαστρο.

ΣΤΡΑΤΟΣ
Ο Στράτος, «πόλις μεγίστη» κοντά στον Αχελώο, στα σύνορα με την Αιτωλία, ήταν το παλαιό κέντρο του Κοινού των Ακαρνάνων. Στην πλαγιά της Ακρόπολης βρισκόταν η Αγορά σε δύο άνδηρα με στωική πλαισίωση. Μια στοά είχε πίσω από τη δωρική κιονοστοιχία της πρόσοψης κλειστά δωμάτια. Ο ναός του Διός ιδρύθηκε σε περίοπτο λόφο προς δυτικά. Κάτω και γύρω συγκεντρωνόταν και στρατοπέδευε ο ακαρνανικός στρατός. Ο ναός ανήκει στα τέλη του 4ου - αρχές 3ου αι. π.Χ., αλλά πιθανώς υπήρχε στην ίδια θέση και παλαιότερος. Είναι περίπτερος (32,44 Χ 16,64 μ.) με δωρικούς κίονες (6 Χ 11). Ο σηκός είχε στις στενές πλευρές δύο κίονες ανάμεσα στα άκρα των τοίχων και στο εσωτερικό έστεκαν κατά μήκος των τοίχων ιωνικοί κίονες (υπαίθριος σηκός). Οι εργασίες στο ναό ποτέ δεν τελείωσαν. Στο Στράτο υπήρχε και παλαιότερη οχύρωση από ωμές πλίνθους. Το πέτρινο νεώτερο τείχος που σώζεται έφθανε εις το ύψωμα του ναού, ενώ υπήρχε και διατείχισμα από την κύρια νότια πόλη έως την ακρόπολη. Κοντά στο διατείχισμα βρίσκεται μεγάλο θέατρο. Το ανατολικό σκέλος του τείχους σχεδόν άγγιζε την όχθη του Αχελώου και προστάτευε το πέρασμα του ποταμού, ενώ πυκνή σειρά πυλών στο νότιο σκέλος εξασφάλιζε τη γρήγορη είσοδο των αγροτών σε περίπτωση αιφνιδιαστικής εισβολής. Μετά το 167 π.Χ. πρωτεύουσα της Ακαρνανίας αναδεικνύεται το Θύρρειο και ο Στράτος παρακμάζει. Ήδη από τα μέσα του 3ου αι. π.Χ. κεντρικό ιερό του Κοινού έγινε το ιερό του Απόλλωνος στο Ακτιο. Πρώτοι ανασκαφές στο Στράτο έκαναν Γάλλοι αρχαιολόγοι (1924), ενώ τα τελευταία χρόνια ανασκάπτουν η Εφορία Αρχαιοτήτων και το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Τα αποτελέσματα δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστά.

ΟΙΝΙΑΔΕΣ
Εκτός του Στράτου ανασκαφικές έρευνες από Έλληνες και ξένους αρχαιολόγους έχουν γίνει και στις Οινιάδες (σημ. Τρίκαρδο), 2 χλμ. προς βόρεια του Αχελώου και 7 χλμ. από τη θάλασσα, με δύο λιμάνια, έργο πιθανώς των Αιτωλών κατά τον 3ο αι. π.Χ. Το τείχος κτίσθηκε από τον Φίλιππο Ε'. Έχουν εντοπισθεί και εν μέρει ανασκαφεί κτίρια της Αγοράς και το θέατρο. Η πρώτη φάση της κατασκευής του θεάτρου χρονολογείται στον 4ο αι. π.Χ. Είχε μεγάλη ορχήστρα, σκηνή και παρασκήνια. Το προσκήνιο ανήκει στον 3ο αι. π.Χ. Στα καθίσματα του κοίλου έχουν χαραχθεί πολλές απελευθερωτικές επιγραφές του 3ου-2ου αι. π.Χ. Σε προεξοχή του εδάφους στη δυτική πλευρά του λιμανιού υπάρχει μικρός ναός με πρόναο, σηκό και οπισθόδομο και λείψανα λατρευτικού αγάλματος.
Τα αρχαιολογικά ευρήματα της Αιτωλοακαρνανίας βρίσκονται στα μουσεία του Αγρινίου, του Θέρμου και του Θυρρείου.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΑ ΜΝΗΜΕΙΑ
Ο σιωπηλός κόσμος των παλαιοχριστιανικών βασιλικών Από την παλαιοχριστιανική περίοδο (4ος-6ος αι.) ελάχιστα μνημεία σώζονται. Έχουν καταμετρηθεί από την αρχαιολογική έρευνα 20 παλαιοχριστιανικές βασιλικές στο χώρο της Αιτωλοακαρνανίας. Από αυτές οι περισσότερες διασώζουν ένα μικρό τμήμα της παλαιοχριστιανικής φάσης, την αψίδα ιδιαίτερα, όπως η βασιλική του Αγίου Γεωργίου στο χωριό Αγιος Γεώργιος, του Αγίου Ιωάννου Γουριάς, η βασιλική στο Κάστρο Παραβόλας, η βασιλική στη Μεγάλη Χώρα Αγρινίου. Άλλες έφεραν ως την εποχή μας αρχιτεκτονικά και γλυπτά μέλη, όπως η βασιλική Πλευρώνας, Αγίου Βασιλείου Μεσολογγίου, Παναξιώτισσας, οι τρεις βασιλικές (Α, Β', Γ') στο Δρυμό Βόνιτσας. Μερικές διασώζουν τμήματα ψηφιδωτών δαπέδων, όπου η Επισκοπή Μάστρου, ενώ με τις ανασκαφές της Μπάρλα φανέρωσαν το σχήμα τους οι βασιλικές Α και Β' στο νησάκι Κέφαλος του Αμβρακικού, απέναντι από τη Βόνιτσα, και με τις ανασκαφές του Βοκοτόπουλου ήρθε στην επιφάνεια ολόκληρο το αρχιτεκτονικό συγκρότημα της Αγίας Σοφίας Μύτικα. Με την ανασκαφή της Ζαφειροπούλου αποκαλύφθηκε τρίκλιτη βασιλική στη θέση Φοινικιά Μεσολογγίου, ενώ σε δύο συνεχόμενες φάσεις οι Λαζαρίδης και Ζίας έφεραν στο φως τμήμα μεγάλης εντυπωσιακής πεντάκλιτης βασιλικής στην πόλη της Ναυπάκτου. Τέλος, με τη συστηματική ανασκαφή Παλιούρα στο λόφο Αγίας Τριάδος κοντά στο χωριό Κάτω Βασιλική Ναυπακτίας ήρθε στην επιφάνεια τεραστίων διαστάσεων τρίκλιτη βασιλική με προσκτίσματα, η οποία αποκαλύπτει το καλλιτεχνικό αισθητήριο, τις δυνατότητες και την αντίληψη της περιφέρειας στον 6ο αιώνα.
Είναι συνηθισμένο πλέον και στην Αιτωλοακαρνανία να χτίζονται νέοι χριστιανικοί ναοί πάνω σε αρχαία ιερά και μάλιστα με τη βοήθεια των υλικών του αρχαίου ερειπωμένου ναού, όπως στη βασιλική του Κάστρου Παραβόλας, στη βασιλική του λόφου της Αγίας Τριάδος στην Κάτω Βασιλική και στις βασιλικές του Δρυμού.
Δύο επισημάνσεις δικαιολογούν την πενιχρότητα των υλικών των σωζόμενων ερειπίων και το μεγάλο βαθμό της καταστροφής τους.


Για την πρώτη επισήμανση συνηγορούν οι αλλεπάλληλες φάσεις από περίοδο σε περίοδο, από τις οποίες περνούν τα μνημεία. Ερειπώνονται και ερημώνονται από διάφορες αιτίες (επιδρομές, πυρκαγιές, σεισμούς, μετακινήσεις των κέντρων ζωής κλπ.). Οι νέοι ναοί που υψώνονται στις νέες τοποθεσίες που επιλέγονται χρησιμοποιούν όσα από τα παλαιά αρχιτεκτονικά και γλυπτά υλικά μπορούν να μεταφερθούν. Έτσι, η αρχική εικόνα των παλαιοχριστιανικών βασιλικών που ανασκάπτονται μας διαφεύγει, αφού παραμένουν ελάχιστα ερείπια και ίχνη αρχιτεκτονικών δεδομένων, με τα οποία είναι αδύνατο να ανασυνθέσουμε την αρχαία πρωτογενή εικόνα του μνημείου. Για τη δεύτερη επισήμανση θα αρκούσε ο κατάλογος των κατά καιρούς επιδρομέων της περιοχής για να σχηματίσει κανείς τη γενικότερη εικόνα της κατεδάφισης και ισοπέδωσης των πάντων. Ο πολύπαθος τόπος, παρ' όλα αυτά, δεν έχει δώσει ως σήμερα ούτε τη στοιχειώδη εικόνα της πολιτισμικής του και, ιδιαίτερα, καλλιτεχνικής του φυσιογνωμίας. Ελάχιστες από τις δεκάδες κλασσικές και ελληνιστικές περιτειχισμένες πόλεις του ανεσκάφησαν (Καλυδών, Θέρμο, Οινιάδες και Στράτος). Στην παλαιοχριστιανική περίοδο τα πράγματα είναι ακόμη νεφελώδη. Οι λίγες παλαιοχριστιανικές βασιλικές μας αποκαλύπτουν στοιχεία, δεν μας φωτίζουν όμως σε επαρκή βαθμό για την πληθυσμιακή σύνθεση, την κοινωνική διαστρωμάτωση, την πυκνότητα πόλεων και οικισμών, τη σχέση τους με τα μεγάλα κέντρα, τη φυσιογνωμία του εδάφους, τους δρόμους και τα περάσματα. Η μέχρι σήμερα έρευνα προσπαθεί να διεισδύσει στην κοινωνία του παλαιοχριστιανικού κατοίκου της Αιτωλοακαρνανίας και να σχηματίσει σαφή εικόνα της οικονομικής, εκκλησιαστικής και καλλιτεχνικής του κατάστασης. Οι γραπτές μαρτυρίες σιωπούν. Τα μόνα που έχουν φωνή είναι τα ανασκαφικά δεδομένα των παλαιοχριστιανικών βασιλικών. Αλλά και αυτών η φωνή είναι αδύναμη και χάνεται στο πέρασμα των αιώνων.

Επιστροφή στην αρχή της σελίδας

 

 

 
 

........................www.29dytika.gr © 2002-2017 | Αιτωλοακαρνανια

 
εγκυρη. επισημη. ενημερωση